ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαγορά της ελευθερίας κάποιου (συνηθέστερα γκέισας, ιερόδουλης κ.λπ.) από την κατάσταση δουλείας

Κλίση

Παρόν (απλό)
身請けする
Παρόν (ευγενικό)
身請けします
Άρνηση (απλή)
身請けしない
Άρνηση (ευγενική)
身請けしません
Παρελθόν (απλό)
身請けした
Παρελθόν (ευγενικό)
身請けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身請けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身請けしませんでした
Τε-μορφή
身請けして
Δυνητική
身請けできる
Προστακτική
身請けしろ
Βουλητική
身請けしよう
Υποθετική (ば)
身請けすれば