ぜに

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βάζω το χέρι στην τσέπη, πληρώνω από την τσέπη μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
身銭を切る
Παρόν (ευγενικό)
身銭を切ります
Άρνηση (απλή)
身銭を切らない
Άρνηση (ευγενική)
身銭を切りません
Παρελθόν (απλό)
身銭を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
身銭を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身銭を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身銭を切りませんでした
Τε-μορφή
身銭を切って
Δυνητική
身銭を切れる
Προστακτική
身銭を切れ
Βουλητική
身銭を切ろう
Υποθετική (ば)
身銭を切れば