しゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στάθμευση οχήματος σε γκαράζ

Κλίση

Παρόν (απλό)
車庫入れする
Παρόν (ευγενικό)
車庫入れします
Άρνηση (απλή)
車庫入れしない
Άρνηση (ευγενική)
車庫入れしません
Παρελθόν (απλό)
車庫入れした
Παρελθόν (ευγενικό)
車庫入れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
車庫入れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
車庫入れしませんでした
Τε-μορφή
車庫入れして
Δυνητική
車庫入れできる
Προστακτική
車庫入れしろ
Βουλητική
車庫入れしよう
Υποθετική (ば)
車庫入れすれば