ぐんこく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρατιωτικοποίηση (μιας χώρας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
軍国化する
Παρόν (ευγενικό)
軍国化します
Άρνηση (απλή)
軍国化しない
Άρνηση (ευγενική)
軍国化しません
Παρελθόν (απλό)
軍国化した
Παρελθόν (ευγενικό)
軍国化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
軍国化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
軍国化しませんでした
Τε-μορφή
軍国化して
Δυνητική
軍国化できる
Προστακτική
軍国化しろ
Βουλητική
軍国化しよう
Υποθετική (ば)
軍国化すれば