ぐんばいがる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναδεικνύομαι νικητής σε αγώνα με το σήκωμα της βεντάλιας του διαιτητή
  2. 02 ιδιωματισμός ανακηρύσσομαι νικητής

Κλίση

Παρόν (απλό)
軍配が上がる
Παρόν (ευγενικό)
軍配が上がります
Άρνηση (απλή)
軍配が上がらない
Άρνηση (ευγενική)
軍配が上がりません
Παρελθόν (απλό)
軍配が上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
軍配が上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
軍配が上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
軍配が上がりませんでした
Τε-μορφή
軍配が上がって
Δυνητική
軍配が上がれる
Προστακτική
軍配が上がれ
Βουλητική
軍配が上がろう
Υποθετική (ば)
軍配が上がれば