なん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαλάκωμα
  2. 02 μαλάκωμα (στάσης), κατευνασμός
  3. 03 εξασθένιση (της αγοράς)
  4. 04 χλώρανση (λαχανικών, μέσω αποστέρησης του φωτός)

Κλίση

Παρόν (απλό)
軟化する
Παρόν (ευγενικό)
軟化します
Άρνηση (απλή)
軟化しない
Άρνηση (ευγενική)
軟化しません
Παρελθόν (απλό)
軟化した
Παρελθόν (ευγενικό)
軟化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
軟化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
軟化しませんでした
Τε-μορφή
軟化して
Δυνητική
軟化できる
Προστακτική
軟化しろ
Βουλητική
軟化しよう
Υποθετική (ば)
軟化すれば