なん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γόης, καρδιοκατακτητής, φαφλατάς, γυναικάς, μοιραία γυναίκα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη φλερτ με γυναίκες, προσέγγιση γυναικών
  3. 03 μετριοπαθές κόμμα, μετριοπαθής
  4. 04 κοσμική στήλη (σε εφημερίδα κ.λπ.), κοσμικογράφος (εφημερίδας)
  5. 05 επενδυτής με πτωτικές τάσεις, απαισιόδοξος επενδυτής

Κλίση

Παρόν (απλό)
軟派する
Παρόν (ευγενικό)
軟派します
Άρνηση (απλή)
軟派しない
Άρνηση (ευγενική)
軟派しません
Παρελθόν (απλό)
軟派した
Παρελθόν (ευγενικό)
軟派しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
軟派しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
軟派しませんでした
Τε-μορφή
軟派して
Δυνητική
軟派できる
Προστακτική
軟派しろ
Βουλητική
軟派しよう
Υποθετική (ば)
軟派すれば