てんてん

επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετακίνηση από μέρος σε μέρος, διαρκής μεταβίβαση από χέρι σε χέρι
  2. 02 κυλιέμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
転々する
Παρόν (ευγενικό)
転々します
Άρνηση (απλή)
転々しない
Άρνηση (ευγενική)
転々しません
Παρελθόν (απλό)
転々した
Παρελθόν (ευγενικό)
転々しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
転々しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
転々しませんでした
Τε-μορφή
転々して
Δυνητική
転々できる
Προστακτική
転々しろ
Βουλητική
転々しよう
Υποθετική (ば)
転々すれば