転ころがす

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κυλώ, μετακινώ με τροχούς, οδηγώ (όχημα)
  2. 02 αναποδογυρίζω, ανατρέπω, ρίχνω κάτω
  3. 03 αφήνω (κάτι κάπου, σε μια κατάσταση)
  4. 04 αγοράζω και πουλάω (γρήγορα για κέρδος)

Παραδείγματα

  • 子供こどもがボールを転ころがす。

    Το παιδί κυλάει μια μπάλα.

  • 重おもい荷物にもつを手てで転ころがして運はこんだ。

    Μετέφερα τις βαριές αποσκευές κυλώντας τες με το χέρι.

  • 飲のみ終おわったペットボトルをそのままテーブルの上うえに転ころがしておくのはやめてください。

    Παρακαλώ, μην αφήνετε τα άδεια πλαστικά μπουκάλια να κείτονται πάνω στο τραπέζι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
転がす
Παρόν (ευγενικό)
転がします
Άρνηση (απλή)
転がさない
Άρνηση (ευγενική)
転がしません
Παρελθόν (απλό)
転がした
Παρελθόν (ευγενικό)
転がしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
転がさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
転がしませんでした
Τε-μορφή
転がして
Δυνητική
転がせる
Προστακτική
転がせ
Βουλητική
転がそう
Υποθετική (ば)
転がせば