ころがり

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κυλάω μέσα, πέφτω μέσα, επισκέπτομαι (ιδίως για διανυκτέρευση ως ανεπιθύμητος καλεσμένος), έρχομαι να μείνω μαζί με κάποιον
  2. 02 πέφτω στα χέρια κάποιου, μου έρχεται απρόσμενα μια ευκαιρία

Κλίση

Παρόν (απλό)
転がり込む
Παρόν (ευγενικό)
転がり込みます
Άρνηση (απλή)
転がり込まない
Άρνηση (ευγενική)
転がり込みません
Παρελθόν (απλό)
転がり込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
転がり込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
転がり込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
転がり込みませんでした
Τε-μορφή
転がり込んで
Δυνητική
転がり込める
Προστακτική
転がり込め
Βουλητική
転がり込もう
Υποθετική (ば)
転がり込めば