ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πέφτω, καταρρέω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αποτυγχάνω (π.χ. μιας παράστασης), σημειώνω παταγώδη αποτυχία

Κλίση

Παρόν (απλό)
転ける
Παρόν (ευγενικό)
転けます
Άρνηση (απλή)
転けない
Άρνηση (ευγενική)
転けません
Παρελθόν (απλό)
転けた
Παρελθόν (ευγενικό)
転けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
転けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
転けませんでした
Τε-μορφή
転けて
Δυνητική
転けられる
Προστακτική
転けろ
Βουλητική
転けよう
Υποθετική (ば)
転ければ