ころんでもただはきない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία εκμεταλλεύομαι κάθε κατάσταση προς όφελός μου, μετατρέπω το οτιδήποτε σε κέρδος

Κλίση

Παρόν (απλό)
転んでもただは起きない
Παρόν (ευγενικό)
転んでもただは起きないです
Άρνηση (απλή)
転んでもただは起きなくない
Άρνηση (ευγενική)
転んでもただは起きなくないです
Παρελθόν (απλό)
転んでもただは起きなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
転んでもただは起きなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
転んでもただは起きなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
転んでもただは起きなくなかったです
Τε-μορφή
転んでもただは起きなくて
Υποθετική (ば)
転んでもただは起きなければ