てん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετατόπιση, εξάρθρωση, αναδιάταξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
転位する
Παρόν (ευγενικό)
転位します
Άρνηση (απλή)
転位しない
Άρνηση (ευγενική)
転位しません
Παρελθόν (απλό)
転位した
Παρελθόν (ευγενικό)
転位しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
転位しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
転位しませんでした
Τε-μορφή
転位して
Δυνητική
転位できる
Προστακτική
転位しろ
Βουλητική
転位しよう
Υποθετική (ば)
転位すれば