転化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μεταλλαγή, μετασχηματισμός, αναστροφή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 転化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 転化します
- Άρνηση (απλή)
- 転化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 転化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 転化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 転化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 転化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 転化しませんでした
- Τε-μορφή
- 転化して
- Δυνητική
- 転化できる
- Προστακτική
- 転化しろ
- Βουλητική
- 転化しよう
- Υποθετική (ば)
- 転化すれば
- Υποθετική (たら)
- 転化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 転化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 転化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 転化しなさい
- Παθητική
- 転化される
- Αιτιατική
- 転化させる