てんかい

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιστροφή, περιφορά
  2. 02 στροφή, αναστροφή, αναστροφή πορείας
  3. 03 κατακόρυφο στήριγμα με κωλοτούμπα (γυμναστική)
  4. 04 αντιστροφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
転回する
Παρόν (ευγενικό)
転回します
Άρνηση (απλή)
転回しない
Άρνηση (ευγενική)
転回しません
Παρελθόν (απλό)
転回した
Παρελθόν (ευγενικό)
転回しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
転回しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
転回しませんでした
Τε-μορφή
転回して
Δυνητική
転回できる
Προστακτική
転回しろ
Βουλητική
転回しよう
Υποθετική (ば)
転回すれば