てん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετατόπιση (ευθύνης, ενοχής κ.λπ.), επιρριψη
  2. 02 αρχαϊκό δεύτερος γάμος, επαναγάμος

Κλίση

Παρόν (απλό)
転嫁する
Παρόν (ευγενικό)
転嫁します
Άρνηση (απλή)
転嫁しない
Άρνηση (ευγενική)
転嫁しません
Παρελθόν (απλό)
転嫁した
Παρελθόν (ευγενικό)
転嫁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
転嫁しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
転嫁しませんでした
Τε-μορφή
転嫁して
Δυνητική
転嫁できる
Προστακτική
転嫁しろ
Βουλητική
転嫁しよう
Υποθετική (ば)
転嫁すれば