転戦
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μετακίνηση από το ένα πεδίο μάχης στο άλλο, διεξαγωγή μαχών σε διαδοχικά μέτωπα, συμμετοχή σε ποικίλες μάχες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 転戦する
- Παρόν (ευγενικό)
- 転戦します
- Άρνηση (απλή)
- 転戦しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 転戦しません
- Παρελθόν (απλό)
- 転戦した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 転戦しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 転戦しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 転戦しませんでした
- Τε-μορφή
- 転戦して
- Δυνητική
- 転戦できる
- Προστακτική
- 転戦しろ
- Βουλητική
- 転戦しよう
- Υποθετική (ば)
- 転戦すれば
- Υποθετική (たら)
- 転戦したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 転戦したい
- Απαγορευτική (~な)
- 転戦するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 転戦しなさい
- Παθητική
- 転戦される
- Αιτιατική
- 転戦させる