てんせつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλλαγή πορείας (ιδίως πλοίου), στροφή
  2. 02 κίνηση του πινέλου όπου μια οριζόντια γραμμή στρίβει απότομα προς τα κάτω (στην καλλιγραφία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
転折する
Παρόν (ευγενικό)
転折します
Άρνηση (απλή)
転折しない
Άρνηση (ευγενική)
転折しません
Παρελθόν (απλό)
転折した
Παρελθόν (ευγενικό)
転折しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
転折しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
転折しませんでした
Τε-μορφή
転折して
Δυνητική
転折できる
Προστακτική
転折しろ
Βουλητική
転折しよう
Υποθετική (ば)
転折すれば