てんしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλλαγή εταιρείας, αλλαγή εργοδότη
  2. 02 συντομογραφία μετατρέψιμο ομόλογο

Κλίση

Παρόν (απλό)
転社する
Παρόν (ευγενικό)
転社します
Άρνηση (απλή)
転社しない
Άρνηση (ευγενική)
転社しません
Παρελθόν (απλό)
転社した
Παρελθόν (ευγενικό)
転社しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
転社しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
転社しませんでした
Τε-μορφή
転社して
Δυνητική
転社できる
Προστακτική
転社しろ
Βουλητική
転社しよう
Υποθετική (ば)
転社すれば