転籍
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μεταφορά μόνιμης κατοικίας (όπως καταγράφεται στο οικογενειακό μητρώο)
- 02 μεταφορά σχολικού μητρώου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 転籍する
- Παρόν (ευγενικό)
- 転籍します
- Άρνηση (απλή)
- 転籍しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 転籍しません
- Παρελθόν (απλό)
- 転籍した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 転籍しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 転籍しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 転籍しませんでした
- Τε-μορφή
- 転籍して
- Δυνητική
- 転籍できる
- Προστακτική
- 転籍しろ
- Βουλητική
- 転籍しよう
- Υποθετική (ば)
- 転籍すれば
- Υποθετική (たら)
- 転籍したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 転籍したい
- Απαγορευτική (~な)
- 転籍するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 転籍しなさい
- Παθητική
- 転籍される
- Αιτιατική
- 転籍させる