転覆
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανατροπή, αναποδογύρισμα
- 02 ανατροπή (π.χ. κυβέρνησης)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 転覆する
- Παρόν (ευγενικό)
- 転覆します
- Άρνηση (απλή)
- 転覆しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 転覆しません
- Παρελθόν (απλό)
- 転覆した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 転覆しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 転覆しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 転覆しませんでした
- Τε-μορφή
- 転覆して
- Δυνητική
- 転覆できる
- Προστακτική
- 転覆しろ
- Βουλητική
- 転覆しよう
- Υποθετική (ば)
- 転覆すれば
- Υποθετική (たら)
- 転覆したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 転覆したい
- Απαγορευτική (~な)
- 転覆するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 転覆しなさい
- Παθητική
- 転覆される
- Αιτιατική
- 転覆させる