てんてつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλλαγή τροχιάς, μετακίνηση σιδηροδρομικού οχήματος σε άλλη γραμμή

Κλίση

Παρόν (απλό)
転轍する
Παρόν (ευγενικό)
転轍します
Άρνηση (απλή)
転轍しない
Άρνηση (ευγενική)
転轍しません
Παρελθόν (απλό)
転轍した
Παρελθόν (ευγενικό)
転轍しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
転轍しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
転轍しませんでした
Τε-μορφή
転轍して
Δυνητική
転轍できる
Προστακτική
転轍しろ
Βουλητική
転轍しよう
Υποθετική (ば)
転轍すれば