かろしめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποτιμώ, περιφρονώ
  2. 02 απαξιώνω, καταφρονώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
軽しめる
Παρόν (ευγενικό)
軽しめます
Άρνηση (απλή)
軽しめない
Άρνηση (ευγενική)
軽しめません
Παρελθόν (απλό)
軽しめた
Παρελθόν (ευγενικό)
軽しめました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
軽しめなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
軽しめませんでした
Τε-μορφή
軽しめて
Δυνητική
軽しめられる
Προστακτική
軽しめろ
Βουλητική
軽しめよう
Υποθετική (ば)
軽しめれば