軽けい快かい

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάλαφρος (στις κινήσεις), ευκίνητος, σβέλτος, ελαστικός
  2. 02 ανάλαφρος, ευδιάθετος, ζωηρός, εύθυμος, ανεπίσημος (π.χ. ντύσιμο), ρυθμικός (π.χ. μελωδία)
  3. 03 βελτίωση (μιας ασθένειας), υποχώρηση συμπτωμάτων, ανάρρωση, ανάνηψη

Παραδείγματα

  • その音楽おんがくは軽快けいかいです。

    Αυτή η μουσική είναι ρυθμική.

  • 彼かれは軽快けいかいな足取あしどりで歩あるいています。

    Περπατάει με ανάλαφρο βήμα.

  • 昨日きのうから体調たいちょうが軽快けいかいし、今日きょうは気持きもちが良よいです。

    Από χθες η υγεία μου βελτιώθηκε και σήμερα νιώθω καλά.