しゃあい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαρχαιωμένο αλληλεξαρτώμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
輔車相依る
Παρόν (ευγενικό)
輔車相依ります
Άρνηση (απλή)
輔車相依らない
Άρνηση (ευγενική)
輔車相依りません
Παρελθόν (απλό)
輔車相依った
Παρελθόν (ευγενικό)
輔車相依りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
輔車相依らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
輔車相依りませんでした
Τε-μορφή
輔車相依って
Δυνητική
輔車相依れる
Προστακτική
輔車相依れ
Βουλητική
輔車相依ろう
Υποθετική (ば)
輔車相依れば