かがやかしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λαμπρός, ένδοξος, αστραφτερός, φωτεινός, μεγαλειώδης (π.χ. επίτευγμα, επιτυχία), πολλά υποσχόμενος (π.χ. μέλλον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
輝かしい
Παρόν (ευγενικό)
輝かしいです
Άρνηση (απλή)
輝かしくない
Άρνηση (ευγενική)
輝かしくないです
Παρελθόν (απλό)
輝かしかった
Παρελθόν (ευγενικό)
輝かしかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
輝かしくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
輝かしくなかったです
Τε-μορφή
輝かしくて
Υποθετική (ば)
輝かしければ