輩
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: はい , ともがら , ばら
- 01 παρέα, ομάδα, σύνολο ατόμων, φατρία, γενιά, οικογένεια, όμοιος, ομοϊδεάτης
Παραδείγματα
-
あの輩はうるさい。
Αυτοί οι τύποι είναι θορυβώδεις.
-
いつも時間に遅れてくるあの輩には困る。
Με ενοχλούν αυτοί οι τύποι που αργούν συνέχεια.
-
どうせ碌でもないことを企んでいるに違いない、あの輩のことだから。
Αφού μιλάμε γι' αυτούς τους τύπους, σίγουρα κάτι κακό σχεδιάζουν.