はいしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραγωγή (ανθρώπων) σε μεγάλους αριθμούς, διαδοχική εμφάνιση ατόμων

Κλίση

Παρόν (απλό)
輩出する
Παρόν (ευγενικό)
輩出します
Άρνηση (απλή)
輩出しない
Άρνηση (ευγενική)
輩出しません
Παρελθόν (απλό)
輩出した
Παρελθόν (ευγενικό)
輩出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
輩出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
輩出しませんでした
Τε-μορφή
輩出して
Δυνητική
輩出できる
Προστακτική
輩出しろ
Βουλητική
輩出しよう
Υποθετική (ば)
輩出すれば