輪廻転生
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός η διαρκής ροή των πάντων μέσω του αέναου κύκλου γέννησης, θανάτου και αναγέννησης, ο κύκλος της μετεμψύχωσης (ριννετένσο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 輪廻転生する
- Παρόν (ευγενικό)
- 輪廻転生します
- Άρνηση (απλή)
- 輪廻転生しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 輪廻転生しません
- Παρελθόν (απλό)
- 輪廻転生した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 輪廻転生しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 輪廻転生しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 輪廻転生しませんでした
- Τε-μορφή
- 輪廻転生して
- Δυνητική
- 輪廻転生できる
- Προστακτική
- 輪廻転生しろ
- Βουλητική
- 輪廻転生しよう
- Υποθετική (ば)
- 輪廻転生すれば
- Υποθετική (たら)
- 輪廻転生したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 輪廻転生したい
- Απαγορευτική (~な)
- 輪廻転生するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 輪廻転生しなさい
- Παθητική
- 輪廻転生される
- Αιτιατική
- 輪廻転生させる