てんてん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κυλιόμενος, περιστρεφόμενος
  2. 02 στριφογυρίζω στο κρεβάτι, ανήσυχη κίνηση στο κρεβάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
輾転する
Παρόν (ευγενικό)
輾転します
Άρνηση (απλή)
輾転しない
Άρνηση (ευγενική)
輾転しません
Παρελθόν (απλό)
輾転した
Παρελθόν (ευγενικό)
輾転しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
輾転しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
輾転しませんでした
Τε-μορφή
輾転して
Δυνητική
輾転できる
Προστακτική
輾転しろ
Βουλητική
輾転しよう
Υποθετική (ば)
輾転すれば