輾転反側
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός στριφογυρίζω στο κρεβάτι, στριφογυρίζω στο κρεβάτι από την αγωνία για κάτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 輾転反側する
- Παρόν (ευγενικό)
- 輾転反側します
- Άρνηση (απλή)
- 輾転反側しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 輾転反側しません
- Παρελθόν (απλό)
- 輾転反側した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 輾転反側しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 輾転反側しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 輾転反側しませんでした
- Τε-μορφή
- 輾転反側して
- Δυνητική
- 輾転反側できる
- Προστακτική
- 輾転反側しろ
- Βουλητική
- 輾転反側しよう
- Υποθετική (ば)
- 輾転反側すれば
- Υποθετική (たら)
- 輾転反側したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 輾転反側したい
- Απαγορευτική (~な)
- 輾転反側するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 輾転反側しなさい
- Παθητική
- 輾転反側される
- Αιτιατική
- 輾転反側させる