てつ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός επαναλαμβάνω το λάθος κάποιου, κάνω το ίδιο λάθος με τον προκάτοχό μου, ακολουθώ τα χνάρια (κάποιου άλλου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
轍を踏む
Παρόν (ευγενικό)
轍を踏みます
Άρνηση (απλή)
轍を踏まない
Άρνηση (ευγενική)
轍を踏みません
Παρελθόν (απλό)
轍を踏んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
轍を踏みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
轍を踏まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
轍を踏みませんでした
Τε-μορφή
轍を踏んで
Δυνητική
轍を踏める
Προστακτική
轍を踏め
Βουλητική
轍を踏もう
Υποθετική (ば)
轍を踏めば