とどろかす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παράγω βροντερό ήχο, αντηχώ
  2. 02 καθιστώ (το όνομα κάποιου κ.ά.) ευρύτερα γνωστό, διαδίδω
  3. 03 κάνω (την καρδιά) να χτυπά δυνατά, σφυροκοπώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
轟かす
Παρόν (ευγενικό)
轟かします
Άρνηση (απλή)
轟かさない
Άρνηση (ευγενική)
轟かしません
Παρελθόν (απλό)
轟かした
Παρελθόν (ευγενικό)
轟かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
轟かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
轟かしませんでした
Τε-μορφή
轟かして
Δυνητική
轟かせる
Προστακτική
轟かせ
Βουλητική
轟かそう
Υποθετική (ば)
轟かせば