辛気臭い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταθλιπτικός, σκοτεινός (π.χ. ιστορία), δυσοίωνος (π.χ. έκφραση)
- 02 εκνευριστικός, ενοχλητικός, βαρετός (δουλειά, άτομο κ.λπ.), ανιαρός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 辛気臭い
- Παρόν (ευγενικό)
- 辛気臭いです
- Άρνηση (απλή)
- 辛気臭くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 辛気臭くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 辛気臭かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 辛気臭かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 辛気臭くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 辛気臭くなかったです
- Τε-μορφή
- 辛気臭くて
- Υποθετική (ば)
- 辛気臭ければ
- Υποθετική (たら)
- 辛気臭かったら