しんさんをなめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός υφίσταμαι πολλές κακουχίες, γεύομαι τις πικρίες της ζωής

Κλίση

Παρόν (απλό)
辛酸をなめる
Παρόν (ευγενικό)
辛酸をなめます
Άρνηση (απλή)
辛酸をなめない
Άρνηση (ευγενική)
辛酸をなめません
Παρελθόν (απλό)
辛酸をなめた
Παρελθόν (ευγενικό)
辛酸をなめました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
辛酸をなめなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
辛酸をなめませんでした
Τε-μορφή
辛酸をなめて
Δυνητική
辛酸をなめられる
Προστακτική
辛酸をなめろ
Βουλητική
辛酸をなめよう
Υποθετική (ば)
辛酸をなめれば