ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποχωρώ, χαιρετώ για να φύγω, φεύγω
  2. 02 παραιτούμαι, αποχωρώ από τη θέση μου, εγκαταλείπω το αξίωμα
  3. 03 απορρίπτω, αρνούμαι
  4. 04 πράττω ακλόνητα, είμαι προετοιμασμένος να κάνω κάτι, δεν διστάζω να κάνω κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
辞す
Παρόν (ευγενικό)
辞します
Άρνηση (απλή)
辞さない
Άρνηση (ευγενική)
辞しません
Παρελθόν (απλό)
辞した
Παρελθόν (ευγενικό)
辞しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
辞さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
辞しませんでした
Τε-μορφή
辞して
Δυνητική
辞せる
Προστακτική
辞せ
Βουλητική
辞そう
Υποθετική (ば)
辞せば