へきえき

ρήμα, ουσιαστικό | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αηδιάζω, βαριέμαι, κουράζομαι, δεν αντέχω πια
  2. 02 μένω άναυδος, απορημένος, αμήχανος
  3. 03 ανατριχιάζω, υποχωρώ, δείχνω δυσφορία

Κλίση

Παρόν (απλό)
辟易する
Παρόν (ευγενικό)
辟易します
Άρνηση (απλή)
辟易しない
Άρνηση (ευγενική)
辟易しません
Παρελθόν (απλό)
辟易した
Παρελθόν (ευγενικό)
辟易しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
辟易しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
辟易しませんでした
Τε-μορφή
辟易して
Δυνητική
辟易できる
Προστακτική
辟易しろ
Βουλητική
辟易しよう
Υποθετική (ば)
辟易すれば