がる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναβλύζω (για δάκρυα, θυμό, χαρά κ.λπ.), πλημμυρίζω (εσωτερικά), αναδύομαι, γεμίζω την καρδιά, κυριεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
込み上がる
Παρόν (ευγενικό)
込み上がります
Άρνηση (απλή)
込み上がらない
Άρνηση (ευγενική)
込み上がりません
Παρελθόν (απλό)
込み上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
込み上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
込み上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
込み上がりませんでした
Τε-μορφή
込み上がって
Δυνητική
込み上がれる
Προστακτική
込み上がれ
Βουλητική
込み上がろう
Υποθετική (ば)
込み上がれば