込こめる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φορτώνω, γεμίζω (όπλο κ.λπ.)
  2. 02 βάζω, εμπεριέχω (π.χ. συναίσθημα, προσπάθεια)
  3. 03 περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω (π.χ. φόρο σε τιμή πώλησης)
  4. 04 καλύπτω, σκεπάζω, τυλίγω, περιβάλλω

Παραδείγματα

  • 心こころを込こめて歌うたいます。

    Τραγουδάω με όλη μου την ψυχή.

  • この料理りょうりには、愛情あいじょうを込こめて作つくりました。

    Έφτιαξα αυτό το φαγητό με αγάπη.

  • 彼女かのじょは将来しょうらいへの希望きぼうを込こめて、一言ひとこと一言ひとこと、丁寧ていねいに手紙てがみを書かいた。

    Έγραψε προσεκτικά την επιστολή, λέξη προς λέξη, βάζοντας μέσα της όλες τις ελπίδες της για το μέλλον.

Κλίση

Παρόν (απλό)
込める
Παρόν (ευγενικό)
込めます
Άρνηση (απλή)
込めない
Άρνηση (ευγενική)
込めません
Παρελθόν (απλό)
込めた
Παρελθόν (ευγενικό)
込めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
込めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
込めませんでした
Τε-μορφή
込めて
Δυνητική
込められる
Προστακτική
込めろ
Βουλητική
込めよう
Υποθετική (ば)
込めれば