辿々しい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα διστακτικός, τρεκλίζων, αβέβαιος, αδέξιος, άχαρος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 辿々しい
- Παρόν (ευγενικό)
- 辿々しいです
- Άρνηση (απλή)
- 辿々しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 辿々しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 辿々しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 辿々しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 辿々しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 辿々しくなかったです
- Τε-μορφή
- 辿々しくて
- Υποθετική (ば)
- 辿々しければ
- Υποθετική (たら)
- 辿々しかったら