辿る
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ακολουθώ (έναν δρόμο, ένα μονοπάτι κ.λπ.), εντοπίζω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ακολουθώ (ένα στοιχείο, ένα ίχνος, μια πλοκή κ.λπ.), ανιχνεύω (μια διαδρομή, μια ιστορία, ένα γενεαλογικό δέντρο κ.λπ.), ανατρέχω (π.χ. στη μνήμη μου), αναζητώ, επανεξετάζω
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα οδεύω προς (για μια κατάσταση), πηγαίνω προς την κατεύθυνση, ακολουθώ (μια πορεία), επιδιώκω (έναν δρόμο), αντιμετωπίζω (μια μοίρα)
Παραδείγματα
-
道を辿ります。
Θα ακολουθήσω τον δρόμο.
-
古い写真を見て、過去の思い出を辿りました。
Κοίταξα παλιές φωτογραφίες και αναπόλησα αναμνήσεις του παρελθόντος.
-
歴史学者たちは、その文化の起源を辿るために、古い文献を丹念に調べた。
Οι ιστορικοί εξέτασαν σχολαστικά τα αρχαία κείμενα για να εντοπίσουν την προέλευση αυτού του πολιτισμού.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 辿る
- Παρόν (ευγενικό)
- 辿ります
- Άρνηση (απλή)
- 辿らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 辿りません
- Παρελθόν (απλό)
- 辿った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 辿りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 辿らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 辿りませんでした
- Τε-μορφή
- 辿って
- Δυνητική
- 辿れる
- Προστακτική
- 辿れ
- Βουλητική
- 辿ろう
- Υποθετική (ば)
- 辿れば
- Υποθετική (たら)
- 辿ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 辿りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 辿るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 辿りなさい
- Παθητική
- 辿られる
- Αιτιατική
- 辿らせる