迂言
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 περιφραστική εξήγηση
- 02 αδαείς ή ξεπερασμένες παρατηρήσεις
- 03 ταπεινό τα λόγια κάποιου, η ομιλία κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 迂言する
- Παρόν (ευγενικό)
- 迂言します
- Άρνηση (απλή)
- 迂言しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 迂言しません
- Παρελθόν (απλό)
- 迂言した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 迂言しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 迂言しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 迂言しませんでした
- Τε-μορφή
- 迂言して
- Δυνητική
- 迂言できる
- Προστακτική
- 迂言しろ
- Βουλητική
- 迂言しよう
- Υποθετική (ば)
- 迂言すれば
- Υποθετική (たら)
- 迂言したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 迂言したい
- Απαγορευτική (~な)
- 迂言するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 迂言しなさい
- Παθητική
- 迂言される
- Αιτιατική
- 迂言させる