迂う闊かつ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα απρόσεκτος, αστόχαστος, ανόητος, αμελής, αδιάφορος, απερίσκεπτος, απροφύλακτος

Παραδείγματα

  • 迂闊うかつなミスをした。

    Έκανα ένα απρόσεκτο λάθος.

  • 迂闊うかつにも、傘かさを忘わすれて家いえを出でてしまった。

    Από απροσεξία, ξέχασα την ομπρέλα και έφυγα από το σπίτι.

  • その時ときは気付きづかなかったが、後あとから考かんがえれば、彼かれの発言はつげんは迂闊うかつだったと思おもう。

    Εκείνη τη στιγμή δεν το συνειδητοποίησα, αλλά εκ των υστέρων, νομίζω ότι η δήλωσή του ήταν απερίσκεπτη.