迎むかえに行いく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πηγαίνω να συναντήσω, πηγαίνω να πάρω

Παραδείγματα

  • 子こどもを迎むかえに行いきます。

    Θα πάω να πάρω το παιδί.

  • 午後ごご5時じに、駅えきへ友達ともだちを迎むかえに行いきます。

    Θα πάω στο σταθμό στις 5 το απόγευμα να παραλάβω τον φίλο μου.

  • 母ははが早はやい電車でんしゃで着つくので、駅えきまで迎むかえに行いこうと思おもっています。

    Επειδή η μητέρα μου φτάνει με το πρωινό τρένο, σκέφτομαι να πάω να την παραλάβω από τον σταθμό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
迎えに行く
Παρόν (ευγενικό)
迎えに行きます
Άρνηση (απλή)
迎えに行かない
Άρνηση (ευγενική)
迎えに行きません
Παρελθόν (απλό)
迎えに行った
Παρελθόν (ευγενικό)
迎えに行きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
迎えに行かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
迎えに行きませんでした
Τε-μορφή
迎えに行って
Δυνητική
迎えに行ける
Προστακτική
迎えに行け
Βουλητική
迎えに行こう
Υποθετική (ば)
迎えに行けば