迎える
ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict
- 01 υποδέχομαι, καλωσορίζω, χαιρετώ
- 02 καλώ, προσκαλώ
- 03 δέχομαι (π.χ. ως μέλος ομάδας ή οικογένειας), παίρνω (π.χ. σύζυγο)
- 04 φτάνω (σε συγκεκριμένο χρόνο, σε ένα σημείο της ζωής κ.λπ.), μπαίνω (σε μια νέα φάση, σε μια νέα εποχή κ.λπ.), πλησιάζω (π.χ. τον θάνατο)
Παραδείγματα
-
友達を迎える。
Υποδέχομαι έναν φίλο.
-
新しい年を迎える。
Καλωσορίζω τη νέα χρονιά.
-
彼は定年を迎え、悠々自適な生活を送っている。
Έφτασε στα χρόνια της σύνταξης και ζει μια ήρεμη, άνετη ζωή.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 迎える
- Παρόν (ευγενικό)
- 迎えます
- Άρνηση (απλή)
- 迎えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 迎えません
- Παρελθόν (απλό)
- 迎えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 迎えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 迎えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 迎えませんでした
- Τε-μορφή
- 迎えて
- Δυνητική
- 迎えられる
- Προστακτική
- 迎えろ
- Βουλητική
- 迎えよう
- Υποθετική (ば)
- 迎えれば
- Υποθετική (たら)
- 迎えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 迎えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 迎えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 迎えなさい
- Παθητική
- 迎えられる
- Αιτιατική
- 迎えさせる