ちかしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οικείος, στενός

Κλίση

Παρόν (απλό)
近しい
Παρόν (ευγενικό)
近しいです
Άρνηση (απλή)
近しくない
Άρνηση (ευγενική)
近しくないです
Παρελθόν (απλό)
近しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
近しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
近しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
近しくなかったです
Τε-μορφή
近しくて
Υποθετική (ば)
近しければ