きんだい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκσυγχρονισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
近代化する
Παρόν (ευγενικό)
近代化します
Άρνηση (απλή)
近代化しない
Άρνηση (ευγενική)
近代化しません
Παρελθόν (απλό)
近代化した
Παρελθόν (ευγενικό)
近代化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
近代化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
近代化しませんでした
Τε-μορφή
近代化して
Δυνητική
近代化できる
Προστακτική
近代化しろ
Βουλητική
近代化しよう
Υποθετική (ば)
近代化すれば