ちかせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλησιάζω, φέρνω κοντά
  2. 02 συναναστρέφομαι, κάνω παρέα, επιτρέπω σε κάποιον να πλησιάσει

Κλίση

Παρόν (απλό)
近寄せる
Παρόν (ευγενικό)
近寄せます
Άρνηση (απλή)
近寄せない
Άρνηση (ευγενική)
近寄せません
Παρελθόν (απλό)
近寄せた
Παρελθόν (ευγενικό)
近寄せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
近寄せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
近寄せませんでした
Τε-μορφή
近寄せて
Δυνητική
近寄せられる
Προστακτική
近寄せろ
Βουλητική
近寄せよう
Υποθετική (ば)
近寄せれば