返かえす

ρήμα, άλλο | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 返す επιστρέφω (κάτι), αποκαθιστώ, βάζω πίσω
  2. 02 αναποδογυρίζω, ανατρέπω
  3. 03 ειδικά ως 返す ανταποδίδω, ανταλλάσσω, εκδικούμαι
  4. 04 απαντώ (με), αντιτείνω, λέω πίσω
  5. 05 κάνω ... πίσω (π.χ. απαντώ, πετάω πίσω)
  6. 06 κάνω ξανά, επαναλαμβάνω

Παραδείγματα

  • 本ほんを返かえします。

    Θα επιστρέψω το βιβλίο.

  • 借かりたお金おかねを友達ともだちに返かえしました。

    Επέστρεψα τα χρήματα που δανείστηκα στον φίλο μου.

  • 彼かれの親切しんせつに、何なにかできることで恩おんを返かえしたいと思おもっています。

    Θα ήθελα να του ανταποδώσω την καλοσύνη του με οτιδήποτε μπορώ να κάνω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
返す
Παρόν (ευγενικό)
返します
Άρνηση (απλή)
返さない
Άρνηση (ευγενική)
返しません
Παρελθόν (απλό)
返した
Παρελθόν (ευγενικό)
返しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
返さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
返しませんでした
Τε-μορφή
返して
Δυνητική
返せる
Προστακτική
返せ
Βουλητική
返そう
Υποθετική (ば)
返せば