へんばす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθυστερώ να δώσω απάντηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
返事を延ばす
Παρόν (ευγενικό)
返事を延ばします
Άρνηση (απλή)
返事を延ばさない
Άρνηση (ευγενική)
返事を延ばしません
Παρελθόν (απλό)
返事を延ばした
Παρελθόν (ευγενικό)
返事を延ばしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
返事を延ばさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
返事を延ばしませんでした
Τε-μορφή
返事を延ばして
Δυνητική
返事を延ばせる
Προστακτική
返事を延ばせ
Βουλητική
返事を延ばそう
Υποθετική (ば)
返事を延ばせば